Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Ο ανατρεπτικός αναβάτης του "στίλβοντος ποδηλάτου" της ποίησης



ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ 

                                                                               1901- 1975

Ο  αιωνίως φιλοπαίγμων αναβάτης  του «στίλβοντος ποδηλάτου της ποίησης»   πορευόμενος  στο «ταξίδι των ιστών, στο ταξίδι των αρμάτων»
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανανέωσε τον ελληνικό ποιητικό λόγο , εισηγούμενος τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα  και συνδέοντάς  τον  αναπόσπαστα  με την ψυχανάλυση

Η ΖΩΗ ΤΟΥ

μέσα από τη ματιά του Λεωνίδα Εμπειρίκου, γιού του ποιητή και του  Μίλτου Σαχτούρη :

«Ήταν άνθρωπος καλλιεργημένος, είχε σπουδάσει φιλοσοφία στην Αγγλία και έγινε ο πρώτος ψυχαναλυτής στην Ελλάδα – είχε αποφασίσει μάλιστα να γίνει ψυχαναλυτής από το 1930 περίπου, όπως φαίνεται και από ένα γράμμα προς τη μητέρα του, πριν εκδόσει το πρώτο του ποιητικό βιβλίο το 1935. Ο ίδιος έκανε διδακτική ψυχανάλυση, αφού πρώτα τελείωσε την προσωπική του ψυχανάλυση, με τον Ρενέ Λαφόργκ, ο οποίος ήταν ένας από τους ιδρυτές της Γαλλικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας των Παρισίων.[…] Ήταν ένας ήπιος και καλός μπαμπάς. Είχε μια πολύ μεγάλη βιβλιοθήκη και εγώ έπαιζα με τα βιβλία του. Τα έκανα κάστρα και δεν με μάλωνε γι’αυτό, παρόλο που του κατέστρεφα πολλά.
   Από σχετικά μικρή ηλικία ήξερα ότι ήταν ψυχαναλυτής και ποιητής. Αλλά δεν μιλούσε πολύ για τον εαυτό του και δεν τον ενδιέφερε να δείχνει την ευρυμάθειά του. Οπότε μεγαλώνοντας εγώ, όταν είχα πλέον τη συγκρότηση και τις γνώσεις, τον ρωτούσα πράγματα για πνευματικά ζητήματα, πέρα από τα βιβλία που έβλεπα. Για την ψυχανάλυση και τον υπερρεαλισμό, για τον Μπρετόν και τη σχέση του με τους άλλους υπερρεαλιστές. Και φυσικά γνώριζα τους φίλους του που πριν τη δικτατορία έρχονταν σπίτι. Από το 1967 και έπειτα έπεσε σε κατάθλιψη. Είχε τάση από πριν, αλλά με τη χούντα εντάθηκε. Σε μεγαλύτερη κατάθλιψη οδηγήθηκε γιατί πολλοί από τους πιο στενούς φίλους των γονιών μου της παιδικής μου ηλικίας, ή έφυγαν στο εξωτερικό ή πέθαναν και έτσι έχασε τον κύκλο του. Ο Νάνος Βαλαωρίτης έφυγε στο εξωτερικό, ο Γιώργος Μακρής αυτοκτόνησε, ο Τσαρούχης έφυγε στη Γαλλία, ο Ελύτης στη Γαλλία. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να φύγει γιατί πίστευε ότι αν δεν διώκεσαι στη χώρα σου δεν φεύγεις. Δεν ήθελε να με σταματήσει και από το σχολείο μου εδώ. Οπότε δεν φύγαμε. […]

        Έγραφε ποιήματα παλαμικά, κλασικού τύπου από πολύ νέος. Και διάβαζε πάρα πολλή ποίηση ελληνική, αγγλική, γαλλική, ρωσική, δηλαδή στις γλώσσες που ήξερε καλά.  Έγραφε στη δημοτική και μάλιστα στη “μαλλιαρή” δημοτική γιατί ήταν μαθητής του Ψυχάρη.  Υπήρξε και μεγάλος θαυμαστής του Παλαμά.  Μάλιστα τον είχε επισκεφθεί μία, δύο, ίσως και περισσότερες φορές.[…]

     Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ψυχανάλυση το 1951 μετά από απειλή της αστυνομίας. Οι απειλές ήταν προφορικές, αφού δεν υπάρχει κανένα γραπτό εύρημα στην αστυνομία, καμία καταγραφή που να τις αποδεικνύει. Ήταν προσωπική απειλή που εκπορευόταν πιθανότατα, είτε από τον ιατρικό σύλλογο, είτε από κάποια ομάδα πίεσης που αντιστεκόταν στην εισαγωγή της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Ο ίδιος έπρεπε να σταματήσει να λειτουργεί το γραφείο του, αφού ζήτησε έξι μήνες για τον απογαλακτισμό των ασθενών."


Μίλτος Σαχτούρης

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο ( από τη συλλογή Εκτοπλάσματα)

Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
― Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
― Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

Μανιώδης καπνιστής· σε όλες σχεδόν τις φωτογραφίες του απεικονίζεται με ένα τσιγάρο στο χέρι. Μια κακή συνήθεια που του κόστισε τη ζωή του , αφού πέθανε  στις 3 Αυγούστου του 1975 από γενικευμένο καρκίνο των πνευμόνων

 ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Στις 25 Ιανουαρίου 1935 ο Εμπειρίκος έδωσε την περίφημη διάλεξή του για την υπερρεαλισμό, την ιδρυτική διακήρυξη,  στη Λέσχη Καλλιτεχνών , μπροστά σε 200 περίπου ανθρώπους που πήγαν να τον ακούσουν. Μίλησε για «την έκρηξη της  Σουρρεαλιστικής βόμβας στο Παρίσι , σε μια εποχή που βασίλευαν οι λογής- λογής ακαδημαϊσμοί , σε μια εποχή που μαράζωνε ο ποιητής  μέσα στα κοινωνικά και ακαδημαϊκά κάτεργα  των ποικιλώνυμων βερμπαλισμών και φορμαλισμών, κάτω από τον ζυγό διάφορων ηθικών και αισθητικών κανόνων απαράβατων» […] «Ολίγοι νέοι αναπέτασαν τη σημαία της ανταρσίας[…] Όταν πρωτοδιαβάσει κάποιος μη προειδοποιημένος, κάποιος που δε γνωρίζει καθόλου τι είναι Σουρρεαλισμός ένα ποίημα αυτού του είδους, μπορεί να σκεφθεί πως ο ποιητής είναι τρελλός ή πως θέλει να κοροϊδέψει τον κόσμο. Όταν όμως μυηθεί και κατανοήσει το περιεχόμενο της θεωρίας, μόλις περάσει το πρώτο ξάφνιασμα και διαλυθεί το παχύ λίπος με το οποίο καταντά να περισφίγγει την βαθύτερή μας ευαισθησία η συνεχής γαλούχησή μας από τις εκάστοτε επιβαλλόμενες σε μας πειθαρχίες, ο αναγνώστης θα δει πως είχε λάθος και θα του είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί πως τα ποιήματα αυτά γενικώς, ασκούν επάνω μας μια παράξενη, μια πρωτοφανή γοητεία – την γοητεία που μπορεί να ασκήσει μόνο το θαυμαστόν, το άγνωστο, ό,τι έρχεται από κάπου άλλου, ό,τι ξεπερνά τα στενά όρια της λογικής, ό,τι δεν περιέχεται μέσα στο πλαίσιο της συνείδησής μας.»

Το Μάρτη εκδίδεται η Υψικάμινος,  που περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα, μικρής έκτασης  που χαρακτηρίζονταν  από την ιδιοτυπία της γλώσσας του Εμπειρίκου, με λόγιους τύπους και σχηματισμούς  .Η συλλογή έφερε μεγάλο θόρυβο στα ελληνικά γράμματα, τον οποίο διαδέχτηκε η πολεμική και ο λίβελλος : Ο Στράτης  Μυριβήλης έγραφε πως  η Υψικάμινος ήταν «ένα βιβλίο τέρψεως δια οικογενειακάς συναναστροφάς».Ο Κώστας Ουράνης μιλούσε για «περίτεχνη ασυναρτησία», ο Αχιλλέας  Κύρου «τους τρελλούς τους κλείνουν στα φρενοκομεία , δεν τους αφήνουν να οργανώνουν εκθέσεις και να εκδίδουν βιβλία»


Είμεθα όλοι  ε ν τ ό ς του μέλλοντός μας.
Όταν τραγουδάμε τραγουδάμε
εμπρός στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων
όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως
όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους
είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας
γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε 
 δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας
όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε
χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει
μέσα στη στάχτη των ποδιών της.
Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν
ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια
ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν
ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων
από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού
προστατευομένου από τα εγκόσμια
 και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας 
 λιγυρών παρθένων.[…]

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, Ενδοχώρα, εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937. Περιέχει 112 ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1934-7 και χαρακτηρίζεται από  σαφείς διαφορές σε σύγκριση με την Υψικάμινο,  κυρίως μορφικές :  έχουμε  «λογικότερη» χρήση της γλώσσας και θεματική  καθαρότητα. Στα ποιήματα της συλλογής συμπλέκεται ο υπερρεαλισμός με την ελληνική λαϊκή παράδοση.

Είναι μέσα στη φύσι των πραγμάτων σαν τα όνειρα
Που βλέπουμε με ανοιγμένα ή κλειστά τα μάτια μας
Μπροστά στη λίμνη που καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Μπροστά στα μάτια σου που καθρεφτίζονται μεσ' στα 
δικά μου.
Οι πόθοι μας συναγελάζονται
Τα μαλλιά τους αναμιγνύονται
Τα στόματα τους φιλιούνται
Τα χέρια τους μας σφίγγουν
Κι η σφιγξ μας συνθλίβει επί του στήθους της
Στην στίλβουσα σιωπή του φάρου.



Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύμματα
Όπως δεν στέκουν κι οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.



Είναι τα βλέφαρα μου διάφανες αυλαίες
όταν τ' ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ

  Το 1960 τυπώθηκαν τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, το 1964-5 το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό κείμενο του Εμπειρίκου, με τίτλο  Αργώ ή Πλους αεροστάτου.

Η ποιητική συλλογή Οκτάνα  εκδόθηκε μετά το θάνατό του , το  1997 . Αποτελείται από 31 πεζά κείμενα,  με λυρική ματιά, τα οποία καλύπτουν μία μεγάλη χρονική περίοδο, γραμμένα από το 1942 μέχρι το 1965.  Εκφράζουν ένα φιλοσοφικό και κοσμικό σύστημα,  για τον έρωτα, τον θάνατο και το όραμα ενός νέου κόσμου.
           Στο κείμενο της συλλογής με τίτλο Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (1965), ο Εμπειρίκος αναφέρεται στη δημιουργία μίας νέας πόλης που θα ονομαστεί Οκτάνα, συνοψίζοντας τις αρχές μιας «ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία» και με προτεραιότητα στην καθαρά πνευματική λειτουργία της ποίησης. Η Οκτάνα έχει χαρακτηριστεί ως η υπέρτατη διακήρυξη τού Εμπειρίκου και οριακό πιστεύω του, ενώ όπως ο ίδιος ο Εμπειρίκος τονίζει, αποτελεί μια ουτοπική παγκόσμια πολιτεία «όχι πολιτικής μα ψυχικής ενότητος με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μίαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνη εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμό εκάστου[…]»

Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα στο άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δύο κάνει.
Οκτάνα θα πη πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος σπέρμα.
Οκτάνα θα πη έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του.
Οκτάνα θα πη ανά πάσαν στιγμήν ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής.
Οκτάνα θα πη η εντελέχεια εκείνη, που αυτό που είναι αδύνατον να γίνη αμέσως το κάνει εντέλει δυνατόν, ακόμη και την χίμαιραν, ακόμη και την ουτοπίαν, ίσως μια μέρα και την αθανασίαν του σώματος και όχι μονάχα της ψυχής.
Οκτάνα θα πη το «εγώ» «εσύ» να γίνεται (και αντιστρόφως το «εσύ» «εγώ») εις μίαν εκτόξευσιν ιμερικήν, εις μίαν έξοδον λυτρωτικήν, εις μίαν ένωσιν θεοτικήν, εις μίαν μέθεξιν υπερτάτην, που ίσως αυτή να αποτελεί την θείαν Χάριν, το θαύμα του εντός και εκτός εαυτού, κάθε φοράν που εν εκστάσει συντελείται. 


Μετά το θάνατό του εκδόθηκε  ένα από τα τολμηρότερα βιβλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Μέγας Ανατολικός , σε 8 τόμους. Η συγγραφή του διήρκεσε από το 1945 μέχρι το 1951, ενώ η τελική του μορφή οριστικοποιήθηκε περίπου το 1970.

«Το μυθιστόρημα αποτελείται από 100 κεφάλαια, που συγκροτούν πέντε μέρη, και κυκλοφορεί σε οκτώ τόμους. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και τολμηρότερο μυθιστόρημα της ελληνικής γλώσσας.
Το θέμα του μυθιστορήματος είναι το παρθενικό ταξίδι του υπερωκεανείου "Μέγας Ανατολικός" από την Αγγλία στην Αμερική, τον Μάιο του 1867.
Επιβάτες πάσης τάξεως και επαγγέλματος και πλήρωμα διαπλέουν τον Ατλαντικό μέσα στην ηδονική Κιβωτό, απολαμβάνοντας όλες τις μορφές του έρωτα άνευ ορίων και άνευ όρων. Επηρεασμένοι από έναν πρωτογενή ερωτσιμό που ελκύει το ίδιο το υπερωκεάνειο, ζουν, κατά τον δεκαήμερο πλου, την απόλυτη ελευθερία και ηδονή για να καταλήξουν σε μια ανώτατη μορφή αθωότητας και ευτυχίας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει για τον Μεγάλο Ανατολικό ότι η απώτερη αξία του δεν βρίσκεται στα περιγραφόμενα, "βρίσκεται στην παναγαθοσύνη του ποιητή που διαχέεται πάνω στους χαρακτήρες και στις πράξεις των πλέον διαφορετικών τύπων του έργου, πρωταγωνιστών ή κομπάρσων, και αναεκπέμπεται αδιάκοπα στον αναγνώστη σαν ένα είδος ευλογίας. […] Ο Μέγας Ανατολικός ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη"( ο πρόλογος του έργου από τις εκδόσεις Άγρα)


 Ο γιός του  λέει για το έργο :«Μας είπε να το κάψουμε. Όχι όμως επειδή το ακύρωνε. Ήθελε να το πετάξει, για να μην πάρουν την ευθύνη της έκδοσής του οι οικείοι του, εφόσον δεν την πήρε ο ίδιος».
(Διαβάστε εδώ τι είπε ο Λεωνίδας Εμπειρίκος για το Μέγα Ανατολικό και τις περιπέτειές του)

«Ο Ανδρέας Σπερχής, κατάκοπος από τήν πολύωρον ορθοστασίαν εις τήν γέφυραν και από τούς βηματισμούς εις τό κατάστρωμα, δια τών οποίων προσεπάθησε να καταπραΰνη ολίγον τόν σάλον τής ψυχής του και να εκδιώξη τάς οδυνηράς φαντασιώσεις του, εκάθησε επί ενός πάγκου, ευρισκομένου μακράν από τό άμεσον φως τών φανών, και με ύφος περίλυπον ήκουε τόν ρυθμικόν γδούπον τής έλικος και τόν αφρόεντα παφλασμόν, που προεκάλουν με τάς σταθεράς περιστροφάς των εις τήν θάλασσαν τά πτερύγια τών τεραστίων τροχών τού υπερωκεανείου.
Τί περίεργον! Αι ώραι παρήρχοντο τόσον βραδέως, και όμως η ημέρα είχε ανατείλει! Εν άρωμα από γαρδένιες και γαζίες εγέμιζε τόν αέρα. ∆ύο ελαφρά και επιμήκη σύννεφα έπλεαν εις τόν ουρανόν, σαν νησίδες εις πέλαγος γαλάζιο, ροδίζοντα συνεχώς από τάς πρώτας ακτίνας τού ηλίου που τά ήγγιζαν. Τό άγγιγμα τούτο ήτο σαν μία θωπεία εραστού εις τά βυζιά, ή τό αιδοίον, μίας κόρης δια πρώτην φοράν θωπευομένης, ή εις τούς μαστούς και τό αιδοίον μίας γυναικός ερωτευμένης, που, κατόπιν μακράς αναμονής, συνευρίσκεται με τόν εραστήν της. Εν δροσερόν ψιμύθιον αφρού ανήρχετο από τά ελαφρότατα κύματα που διέτρεχαν ως ρίγος ηδυπαθείας τήν επιφάνειαν τών πρωινών υδάτων, και διεσκορπίζοντο επί τού πελωρίου σκάφους, καθώς και επί τών χειρών και τού προσώπου τού Ανδρέου Σπερχή. Θα έλεγε κανείς, ότι η ώρα προμηνούσε κάτι τό ασύνηθες, κάτι τό θαυμαστόν — ίσως τήν αναπήδησιν εκ τής θαλάσσης μιας σποράδος εξαισίας, ή τήν εμφάνισιν εις τόν ουρανόν ενός σέλαος ανεσπέρου.»


ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ 

  • Απελευθερωμένη χρήση της γλώσσας .Λόγιες εκφράσεις ενταγμένες στη διάθεση για απογύμνωση της γλωσσικής συμβατικότητας
  • απελευθερωτική διαχείριση της εικόνας, με αντισυμβατική διασύνδεση αντιφατικών στοιχείων
  • ανέδειξε λογοτεχνικά τη δράση του ονείρου και του ασυνείδητου

Ο Οδυσσέας Ελύτης, προσπαθώντας  να αποκαταστήσει τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο:

«Αλλά όταν δεν κάνεις το νάνο ανάμεσα στους νάνους είναι γι' αυτούς πολύ οδυνηρό ν' αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν το πραγματικό σου ανάστημα. Πόσο μάλλον όταν μαντεύουν ότι τους φέρνεις μιαν αυγή, που το φως της μήτε να το διανοηθούνε δε θέλουνε. Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα. Ο νοσηρός ρασοφόρος και ο νοσηρός ελευθεριαστής δίνουν τα χέρια ώστε όλα εκείνα τα παθητικά κρυφοψιθυρίσματα, όλες εκείνες οι υπέροχες μικρές κραυγές, αντί να ευφράνουν τη συνείδησή μας, να την ταράξουν. Σίγουρα και παρά τη θέληση του Θεού, δεν είμαστε καμωμένοι για να εισπράττουμε προκαταβολές παραδείσου.»





ΠΗΓΕΣ

  • Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας
  • Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ανδρέας Εμπειρίκος ο ποιητής του έρωτα και του νόστου, Εκδόσεις Κέδρος
  • Συνέντευξη του Λεωνίδα Εμπειρίκου στην Εύη Μαλλιαρού
  • Περί Σουρρεαλισμού, η Διάλεξη του 1935 του Ανδρέα Εμπειρίκου. Εκδόσεις ΑΓΡΑ
  • Οδυσσέα Ελύτη, «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», εκδόσεις Ύψιλον
  • Φραγκίσκη Αμπατζόγλου, "Ανδρέας Εμπειρίκος: Από την πρωτοπορία των ποιητών στην παράδοση των ειρώνων", ΤΑ ΝΕΑ, 20 Νοεμβρίου 1999
  • Π. Μπουκάλας, Ανδρέας Εμπειρίκος, ανθολόγηση   για την εφημερίδα Καθημερινή

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Η ποιητική γενιά του 1920

Ο όρος λογοτεχνική γενιά γεννήθηκε στη Γαλλία , όπου οι σπουδές της Λογοτεχνίας , στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, προσανατολίστηκαν στην ιστορική προσέγγιση της Λογοτεχνίας. Ο  Albert Thibaudet  (  κριτικός και ιστορικός της Λογοτεχνίας )  καθιέρωσε  τον όρο  genetation  litteraire,  θέλοντας να  σημειώσει και να αποδώσει τη σημαντικότητα της ιστορικής εξέλιξης  για τη μελέτη της γαλλικής λογοτεχνίας. 

   Στην Ελλάδα ο όρος αυτός εμφανίστηκε για  πρώτη φορά  στη δεκαετία του 1920 , αλλά εδραιώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 , αφού τον χρησιμοποίησε ο εικοσιτετράχρονος τότε  Γ.Θεοτοκάς, πολλές φορές, στο βιβλίο του « Ελεύθερο  Πνεύμα» το 1929 , που θεωρείται από όλους το πνευματικό μανιφέστο της γενιάς του 1930. Βέβαια να σημειώσουμε ότι πολλοί κριτικοί έχουν εκφράσει  σοβαρές επιφυλάξεις για τον κατακερματισμό της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε γενιές,  περίπου  ανά δεκαετία.

       Η γενιά του 1920 στην Ελλάδα   επηρεάστηκαν από το νέο λογοτεχνικό ρεύμα  που γεννήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα, το ρεύμα του Συμβολισμού.

 Ο Συμβολισμός 


  •  χρησιμοποιεί  σύμβολα για να εκφράσει ιδέες, ψυχικές  καταστάσεις και συναισθήματα

  • χαρακτηρίζεται από μουσικότητα, υποβλητικότητα και μελαγχολική διάθεση που δημιουργούν ένα κλίμα ρευστότητας και ασάφειας

  • αποσύνδεση των λέξεων από το αρχικό  νόημά τους και επανασημασιοδότησή τους

  • κλίμα μελαγχολίας

  • χαλάρωση  στην αυστηρή μετρική

  • αφθονία εκφραστικών τρόπων


Οι ποιητές που  συγκαταλέγονται στη γενιά του 1920   διαμόρφωσαν καθοριστικά τον εσωτερικό τους κόσμο από   τις δραματικές ιστορικές εξελίξεις : Εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή, διάψευση εθνικών οραμάτων, ανατροπή αξιών και κοινωνική αναστάτωση , αστάθεια της πολιτικής ζωής. Το μοναχικό άτομο ,που βρίσκει παρηγοριά στις αναμνήσεις του παρελθόντος, εγκλωβισμένο στην εχθρική πραγματικότητα  με την οποία θέλει να διαρρήξει  τις σχέσεις του , σκιαγραφεί  την ποιητική φυσιογνωμία των  ποιητών αυτής της γενιάς.

 Οι ποιητές της γενιάς του 1920 μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες :



                     Α΄ΟΜΑΔΑ   
                                                ΣΥΜΒΟΛΙΣΤΕΣ                                                                                                        
                           Β  ΟΜΑΔΑ
ΝΕΟΣΥΜΒΟΛΙΣΤΕΣ Ή ΝΕΟΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ
                     1900-1910                                                                                                          
                     1910 - 1920
Γ.Καμπύσης, Κ.Χατζόπουλος, Μ.Μαλακάσης,                                      Λ.Πορφύρας, Ι.Γρυπάρης κ.ά                                                            

  •          Διατηρούν περισσότερους δεσμούς με την παράδοση
  •         Χρήση συμβόλων για την έκφραση  ψυχικών καταστάσεων
  •          Μουσικότητα
  •         Υπαινικτική διαδοχή λέξεων  και εικόνων
Α. Μελαχρινός, Ρ.Φιλύρας, Ν.Λαπαθιώτης, Μ.Παπανικολάου, Κ.Ουράνης, Κ.Καρυωτάκης,  Μ.Πολυδούρη, Τ.Άγρας

             
  •    Ποίηση χαμηλόφωνη και αδιέξοδη
  • Έκφραση της γενικής κόπωσης και της αίσθηση του ανικανοποίητου
  •   Ανατροπή της λογικής συγκρότησης του ποιήματος
  •  ανανέωση των τρόπων έκφρασης   πεζολογικά στοιχεία
  •  ποιήματα με σαφέστατο κοινωνικό περιεχόμενο , όπως του Κ.Καρυωτάκη

 Το  περιοδικό  Μούσα (19201923)  θεωρήθηκε ως το κατεξοχήν όργανο της έκφρασης των νέων ποιητών της δεκαετίας του ’20. Μέσα από τις σελίδες του  υποστηριζόταν η  ανεξαρτησία της τέχνης  και οι φιλοσοσιαλιστικές ιδέες  των ποιητών  που έχουν επηρεαστεί από την επανάσταση των Μπολσεβίκων   , όπως και όλοι οι νέοι λογοτέχνες της Ευρώπης εκείνη την εποχή.

     Την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει η γενιά του ’20 την περιγράφει ο Άγγελος Τερζάκης: «ποίηση, κοινωνική επανάσταση, έρωτας, μπερδεύονταν στο μυαλό μας, έκαναν την περπατησιά μας ζαλισμένη και σαν υπνοβατική» . Είναι η εποχή κατά την οποία η Αθήνα αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας προβληματικής μεγαλούπολης και η   ακτινοβολία της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι έντονη στους πνευματικούς  κύκλους. Οι μαρξιστικές εκδόσεις  πολλαπλασιάζονται, η ποίηση του Καβάφη κερδίζει την αθηναϊκή νεολαία, ο Λαπαθιώτης δεν κρύβει την ομοφυλοφιλία του δηλώνοντας ταυτόχρονα οπαδός του κομμουνιστικού οράματος, η  Πολυδούρη κάνει πράξη  τις ιδέες του φεμινιστικού κινήματος, ο Καρυωτάκης γράφει τις ανατρεπτικές του σάτιρες.
 Σ΄όλα τα  φιλολογικά και φοιτητικά στέκια  συζητούν και  οραματίζονται μια κοινωνία χωρίς αντιθέσεις και πολέμους, πιστεύοντας πως η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να συντελεί στο «ξέφτισμα των αστικών αξιών» και να καταγγείλει την υποκρισία της αστικής τάξης.  



 Τέλλος Άγρας  
 (1899-1944) 

  Φιλολογικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ι. Ιωάννου, ποιητή και κριτικού της λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην Καλαμπάκα και σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Εργάστηκε στο υπουργείο Γεωργίας και  στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Πέρασε δύσκολα τα  χρόνια της γερμανικής κατοχής  , με πείνα και πολλές κακουχίες  και  την τελευταία μέρα της Κατοχής  χτυπήθηκε  από μια αδέσποτη σφαίρα που τελικά του προκάλεσε γάγγραινα  και του στοίχισε τη ζωή. 




                                   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ 


  • Επηρεάστηκε από το πνεύμα του γαλλικού συμβολισμού και  του αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη.

  •  Ποίηση εσωτερική, της μελαγχολίας και της απαισιοδοξίας

  • χαμηλόφωνος τόνος

  • ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, τάση φυγής

  • υποβολή ψυχικών καταστάσεων με μουσικότητα

  • κίνηση ανάμεσα στα μικρά φθαρτά πράγματα της καθημερινής ζωής, που παίρνουν την προέκταση συμβόλων

  • στίχος τεχνικά άψογος, με επιμονή στην ομοιοκαταληξία και συχνά ανορθόδοξη σύνταξη



Ήταν, μες στον κόσμο...


Ήταν, μες στον κόσμο, ένα παιδί
όλο δείλια κι’ όλο ανορεξιά·
τα παλιά τα σπίτια, τη σπουδή
αγαπούσε, και τη μοναξιά.

Αγαπούσε οι άλλοι ν’ αγαπούν,
τα όργανα αγαπούσε, από μακρυά,
και τα μάτια που θαμποκοπούν
μια κρυφή, βαθειά παρηγοριά.

Τα κατάρτια επρόσεχε πολύ,
κάθε που έπιανε, ώρες, να φυσά
και μακρυά, στο τζάμι, στην αχλύ,
χόρευαν, κομμένα τα μισά.

Μες στου κόσμου την οχλαγωγή,
τι ν’ απόγινε τ’ ωχρό παιδί,
δίχως μοναξιά και συλλογή,
όνειρα, ταξίδια, ούτε σπουδή;
Καθημερινές, 1923-1930


Σκοπός Χαμένος


Σ’ εκείνες τις αστροφεγγιές
που προμηνούν καλοκαιριές
μα που τ’ αχείλι πάει να φρίξη,
και που όλη η ψύχρα απ’ τη βραδυά
γίνεται μέσα στην καρδιά
πίκρα και κάματος και πλήξη,

εγώ δεν έμοιασα ποτές
με τους μικρούς τραγουδιστές
που – κάθε βράδυ σα σχολάνε –
απ’ τα παράθυρα περνούν
–που άξαφνοι ανέμοι τα σφαλνούν–
και τραγουδούν, πολλοί, και πάνε...

Κάτω απ’ τον έντονο ουρανό,
τι μ’ είχε κάνει να πονώ
κι’ ως τόσο να σωπαίνω, εμένα;
και να γυρεύω μοιρασιά
απ’ τη δική τους ζεστασιά
μες στα τραγούδια, εγώ, τα ξένα;

Δουλεύω μέσα μου να πω
κ’ εγώ (ποιος ξέρει!) έναν σκοπό;
Αχ, κι’ όσο αν τρίβη κι’ αν μαζώνη
τα χέρια μου, όμως δεν μπορεί
ακόμα η φούχτα σου να βρη
και την ψυχή μου, που κρυώνει...

Καθημερινές, 1923-1930. 





                      
                                   
            Ναπολέων Λαπαθιώτης

                              (1888-1944)

Γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του ελληνικού στρατού με καταγωγή από την Κύπρο και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη. Σε ηλικία δέκα ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο, όπου τέλειωσε το σχολείο, έμαθε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, ενώ παρακολούθησε επίσης μαθήματα πιάνου και ζωγραφικής. Αποφοίτησε από τη Νομική σχολή , δεν άσκησε όμως ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου.
     Το 1917 συμμετείχε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας και υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός   στους  Βαλκανικούς  πολέμους . Μετά τα Νοεμβριανά γεγονότα του 1920 κατέφυγε για λίγο καιρό με την οικογένειά του στην Αίγυπτο, όπου γνωρίστηκε με τον Καβάφη. Το 1937 πέθανε η μητέρα του και τρία χρόνια αργότερα ο πατέρας του, ο θάνατος του οποίου είχε καταλυτική επίδραση στη ζωή του ποιητή.
     Η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε ήταν " Τα πρώτα ποιήματα" (1939). Εθισμένος στις ναρκωτικές ουσίες αναγκάστηκε να ξεπουλήσει τη βιβλιοθήκη του και αυτοπυροβολήθηκε το 1944 στο σπίτι του στα Εξάρχεια.

                                   ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ


  • Αναζητούσε παντού την ομορφιά, στη ζωή και στην τέχνη

  •  Απόδραση,  μέσα από την ποίηση,  στην απόλαυση και τη μακαριότητα της παιδικής   ηλικίας

  • τρυφερός  συναισθηματισμός

  • άκρατος αισθησιασμός που συχνά φέρνει την πεζολογία

  • Έντονα μελαγχολικός  τόνος

  • Επιμελημένη μορφή των ποιημάτων

  •  Με τη μελωδική χρήση περιορισμένου αριθμού λέξεων και συνήθως των υποκοριστικών τους μας αφηγείται ποιητικά – και μέσω έντονων εικόνων -  ό,τι βαραίνει τη ζωή τη δική του ή των άλλων .Η μουσική άρθρωση των ποιημάτων του



Βρήκα στο δρόμο μου, προχτές...

Βρήκα στο δρόμο μου, προχτές, ένα κομμένο ρόδο·
δεν ξαίρω πώς μου τράβηξε μεμιάς την προσοχή.
Το περιβόλι ήταν υγρό, παντού μοσκοβολούσε
και μύριζε βροχή.

Το είδα μονάχο και βουβό, σε μια γωνιά του δρόμου·
κι’ όμως αν και θανάσιμα πεσμένο καταγής,
με το λευκό το χρώμα του θαρρείς κι’ αναπολούσε
το χρώμα της αυγής...

Ίσως, αφού το κόψανε δυο δάχτυλα με πόθο,
και το χιλιομαδήσανε δυο χείλη τρυφερά,
νάπεσε, και να τόσυραν, εδώ, σ’ αυτή τη θέση,
τα βραδυνά νερά...

Μα ίσως ακόμα – ποιος μπορεί να ξαίρει τι συμβαίνει; –
και κάποιοι που περάσανε τη νύχτα βιαστικοί,
να το σπαράξαν άδικα, κι’ αφού το τυραννήσαν,
να τ’ άφησαν εκεί...

Στάθηκα και το κοίταξα, δεν ξαίρω πόσην ώρα,
κ’ έπειτα πάλι τράβηξα στο δρόμο σιωπηλά,
γιατί το συναπάντημα του πεθαμένου ρόδου,
μου θύμισε πολλά...

Και τη δική μου τη χαρά, που κάποτε γελούσε,
και για να ζήσει γύρευε του κάκου να κρυφτεί,
κάποιος διαβάτης, κάποτε, στο δρόμο που περνούσε,
τη σκότωσε κι’ αυτή...


                                             
                         Κώστας Ουράνης

                              (1890-1953)

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη .Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Νέαρχος. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Λεωνίδιο Αρκαδίας. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο του Ναυπλίου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη (Ροβέρτειος Σχολή και Λύκειο Χατζηχρήστου).
   Έφυγε για σπουδές στην Ευρώπη, ζώντας μια  κοσμοπολίτικη ζωή.Προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε δυο χρόνια στην Ελβετία σε σανατόριο του Νταβός. Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Λισαβόνα και επέστρεψε τέσσερα χρόνια αργότερα στην Αθήνα, όπου άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος .Ταξίδεψε πολύ, όμως η κατάσταση της υγείας του  και πέθανε το 1953 από καρδιακή προσβολή .
         Η επίσημη εμφάνιση του όμως στο χώρο της λογοτεχνίας σημειώθηκε το 1909,  με τη νεανική ποιητική συλλογή του «Σαν Όνειρα», την οποία αποκήρυξε αργότερα, θεωρώντας ως πρώτη δημιουργία του τη συλλογή Spleen, που τύπωσε το 1912.

                                       ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ


  • έντονες συμβολιστικές επιρροές με κυρίαρχο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, το μελαγχολικό τόνο,

  • αίσθημα της ανεκπλήρωτης ευτυχίας, της νοσταλγίας, της πλήξης  της διάθεσης  για  φυγή

  •  ρεμβαστική νωχελικότητα


Η αγάπη


Α! Τι ωφελεί να καρτεράς όρθιος στην πόρτα του σπιτιού
και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα1·
αν είναι να ’ρθει, θε να ᾿ ρθεί, δίχως να νιώσεις από πού,
και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα.
Θε να2 σου κλείσει απαλά, με τ᾿ άσπρα χέρια της τα δυο,
τα μάτια που κουράστηκαν στους δρόμους να κοιτάνε,
κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: «ποια είμ᾿ εγώ;»
απ᾿ της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποια ’ναι.
Δεν ωφελεί να καρτεράς... Αν είναι να ’ρθει, θε να ’ρθεί.
Κλειστά όλα να ’ναι, θα τη δεις άξαφνα μπρός σου να βρεθεί
κι ανοίγοντας τα μπράτσα της πρώτη θα σ᾿ αγκαλιάσει.
Ειδέ, κι αν έχεις φωτεινό, το σπίτι για να τη δεχθείς,
και σαν φανεί τρέξεις σ᾿ αυτήν, κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να ’ρθει, θε να ’ρθεί - αλλιώς θα προσπεράσει.
Αποδημίες, 1953



Ρώμος Φιλύρας

                                    (1889-1942)

 Ψευδώνυμο του Ιωάννη Οικονομόπουλου. Γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας και το 1902 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Από το 1903, μαθητής του Γυμνασίου ακόμη, άρχισε να συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής ("Νουμάς", "Ακρόπολις", "Πρόοδος", "Νέα Ελλάς", "Πατρίς", κ.α.), όπου δημοσίευσε κυρίως χρονογραφήματα και παρουσιάσεις βιβλίων. Το 1916 διορίστηκε αρχικά αρχειοφύλακας και στη συνέχεια γραφέας στο στρατό, έφτασε ως το βαθμό του υπολοχαγού και κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων πολέμησε στη Μακεδονία και την Ήπειρο, όπου έπαθε κρυοπαγήματα. Αποτάχθηκε το 1924 λόγω ανίατης αφροδίσιας πάθησης. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στα περιοδικά "Ηγησώ", "Νέα Εστία", "Κύκλος", "Ξεκίνημα" και ως το 1927, οπότε κλείστηκε στο Δρομοκαΐτειο θεραπευτήριο ως το θάνατό του. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του παραμένει αθησαύριστο στον περιοδικό και ημερήσιο Τύπο της εποχής του


                                       ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ


  •  Επηρεάστηκε έντονα από το ρεύμα του συμβολισμού

  • Η γλωσσική του έκφραση είναι υποταγμένη  στην ανάγκη να μεταδώσει τα συναισθήματά του με άμεσα αντιληπτό τρόπο. Έντονα λυρικός τόνος

  • Παρουσία πολλών ποιητικών εικόνων που μπορεί να φαίνονται αταίριαστες μεταξύ τους, αλλά είναι λανθανόντως ενωμένες με τη συναισθηματική φόρτιση του ποιητή και άκρως εικαστικές .

  • Διαρρηγνύει τα παραδοσιακά μετρικά σχήματα, στα οποία νιώθει να ασφυκτιά, και πλησιάζει το μοντερνισμό

  • Συνδυασμός θλίψης και ειρωνείας

  • Οραματική διάθεση , με έντονο το μυθολογικό και παραμυθιακό στοιχείο. Συχνά τα όρια  μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας στην ποίησή του είναι ρευστά. Η αναζήτηση του ιδανικού παραμένει  ο πρώτος στόχος του.

  • Θεματικά η ποίησή του είναι ερωτική, φυσιολατρική, αστική του κλειστού χώρου. Η εποχή του έτους στην οποία αναφέρεται περισσότερο είναι η Άνοιξη · θέλγεται από την ομορφιά όπου κι αν τη συναντάει. Σ΄ όλα τα ποιήματά του φαίνεται ερωτευμένος με  όλες τις όμορφες γυναίκες που συναντά · ερωτευμένος ιδεατά, αγνά με αθωότητα , συχνότατα χωρίς ανταπόκριση



Στον Έρωτα

Τι σε ξυπνάει απ´το βαρύ σου λήθαργο,
που ζώνει1 σε ως τα τώρα απ´το χειμώνα;
Ποιο φως, ποιο μάγι εγήτεψε2 τη νάρκη σου
κι αρχίζεις πάλιν τον ωραίον αγώνα;

Όλα τριγύρω ελάμψανε στην άνοιξη,
θάλασσες, ουρανοί, ρόδα και κρίνα...
Χαίρε κι Εσύ που μου ήρθες, γλυκοξύπνητε,
να χύσεις τη δική σου την αχτίνα...

Απρίλιος 1908

Δεν έφθασα ψηλά


Με τα λειψά μου τα φτερά, αχ δεν ανέβηκα ψηλά,
δεν έζησα πλατιά, γοερά, δεν έκραξα στ᾽ αστέρια,
δεν πέταξα σ᾽ άλληνε γη, δεν άκουσα να μου μιλά
κάποιο πουλί που φώναζε σ᾽ ουρανικά λημέρια.

Δεν έκρουσα την άρπα μου σ᾽ ουράνιους σκοπούς,
δε ρύθμισα το στίχο μου σε νότα μαγεμένη
και δεν απόσταξα χυμούς από καρπούς κι οπούς1
που2 σύνθεση πρωτόφαντη να φτιάξω ονειρεμένη.

18-1-1940 (δημ. 1974)



Για τον Κώστα Καρυωτάκη μπορείτε να δείτε σε προηγούμενες αναρτήσεις , εδώ

και για τη Μαρία Πολυδούρη   1, 2, 3

 

Αισθαντικότητα μόνιμη ταραγμένη, ανάγκη έκφρασης προσωπικών βιωμάτων , αίσθηση αδιεξόδου , ταύτιση της ζωής με την Τέχνη, ποιητική φωνή που πάλλεται από ευαισθησία: 

αυτοί είναι οι ποιητές της γενιάς του 1920

"Δεν είν' άλλο στον κόσμο απ' την έμπνευση μόνο,
μόνο αυτή νανουρίζει τον πικρό μας τον πόνο
και μας σώνει απ' του χρόνου τον βαρύ τον κασμά.

Να σε βλέπω, να παίρνω τα όλα σου, όλα τα ωραία,
να τα λιώνω στου στίχου τον κυλούμενο γύρο,
να τα κλώθω, να γίνουν πολλά, ένα, μια ιδέα,
κι απ' της έμπνευσης όλα ραντισμένα το μύρο."

Ρώμος Φιλύρας
                                                                                                       

                                                                      

ΠΗΓΕΣ

 ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στην ανάρτηση είναι από την Τράπεζα θεμάτων της Β΄Λυκείου 


  • Τ. Καρβέλης , Η νεότερη ποίηση,  εκδ. Κώδικας

  • Χ. Ντουνιά  Η γενιά του 1920, Για μια ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα,  Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

  • Mario Vitti, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Οδυσσέας

  •  Γιώργος Αράγης, Η μεταβατική περίοδος της ελλαδικής ποίησης,  Η σταδιακή της εξέλιξη από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έως το 1930, εκδόσεις Σοκόλη

  • Κώστα Στεργιόπουλου, Η ανανεωμένη παράδοση. (Ανθολογία - Γραμματολογία Η Ελληνική ποίηση), εκδ. Σοκόλη

  • Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

  • Άγγελος Τερζάκης, «Ο ματωμένος λυρισμός»,  Οι Εκδόσεις των Φίλων

  • Δ.Τζιόβας , Το ατομικιστικό μανιφέστο του Γ. Θεοτοκά

  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ